γήλοφος

ο
λόφος από χώμα, χαμηλό χωμάτινο ύψωμα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γήλοφος — hill masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γήλοφος — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 1.050 μ., 141 κάτ.) του νομού Γρεβενών. Βρίσκεται στο νότιο άκρο του νομού, στα όρια με τον νομό Τρικάλων, στις ανατολικές προεκτάσεις των Χασίων. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Δεσκάτης. Ο Γ. μέχρι το 1928 ονομαζόταν… …   Dictionary of Greek

  • γηλόφοις — γήλοφος hill masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηλόφοισιν — γήλοφος hill masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηλόφου — γήλοφος hill masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηλόφους — γήλοφος hill masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηλόφων — γήλοφος hill masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηλόφῳ — γήλοφος hill masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γήλοφοι — γήλοφος hill masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γήλοφον — γήλοφος hill masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.